διαμάσσω

διαμάσσω, [dialect] Att. [suff] διαμᾰς-ττω,
A bake to a turn,

μαζίσκας - μεμαγμένας Ar.Eq. 1105

: metaph.,

λόγον δ. Id.Av.463

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαμάσσω — και αττ. διαμάττω (Α) [μάσσω] 1. ζυμώνω τελείως, καταζυμώνω 2. (για λόγους) επεξεργάζομαι …   Dictionary of Greek

  • διαμαξαμένη — διαμάσσω bake to a turn aor part mid fem nom/voc sg (attic epic ionic) διαμάσσω bake to a turn aor part mid fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμασσομένη — διαμάσσω bake to a turn pres part mp fem nom/voc sg (attic epic ionic) διαμάσσω bake to a turn pres part mp fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμασσόμενος — διαμάσσω bake to a turn pres part mp masc nom sg διαμάσσω bake to a turn pres part mp masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμάσσειν — διαμάσσω bake to a turn pres inf act (attic epic) διαμάσσω bake to a turn pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμάττειν — διαμάσσω bake to a turn pres inf act (attic epic) διαμάσσω bake to a turn pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμάττεται — διαμάσσω bake to a turn pres ind mp 3rd sg (attic) διαμάσσω bake to a turn pres ind mp 3rd sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμασάσθω — διαμάσσω bake to a turn aor imperat mid 3rd sg διαμᾱσάσθω , διαμάω to cut through aor imperat mid 3rd sg (doric aeolic) διαμασά̱σθω , διαμασάομαι chew up pres imperat mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμασάσθωσαν — διαμάσσω bake to a turn aor imperat mid 3rd pl διαμᾱσάσθωσαν , διαμάω to cut through aor imperat mid 3rd pl (doric aeolic) διαμασά̱σθωσαν , διαμασάομαι chew up pres imperat mp 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμασώμεθα — διαμάσσω bake to a turn aor subj mid 1st pl διαμᾱσώμεθα , διαμάω to cut through aor subj mid 1st pl (doric aeolic) διαμασάομαι chew up pres subj mp 1st pl (attic epic ionic) διαμασάομαι chew up pres ind mp 1st pl διαμασάομαι chew up pres subj mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμεμαγμένας — διαμεμαγμένᾱς , διαμάσσω bake to a turn perf part mp fem acc pl διαμεμαγμένᾱς , διαμάσσω bake to a turn perf part mp fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.